Τεύχος 17 - 2019

Σημείωμα διευθυντών σύνταξης

Λητώ Φλωράκη: Διδασκαλία και μάθηση του ελληνικού παραδοσιακού βιολιού: από τη ρευστή βιωματική γνώση της προφορικότητας στην τυπική μουσική εκπαίδευση. Προσωπογραφίες τεσσάρων δασκάλων (σ.σ. 7-30)

Από την ένταξη της παραδοσιακής μουσικής στην τυπική μουσική εκπαίδευση τη δεκαετία του 1980 και εξής, επιζητείται να συνδυαστεί γόνιμα η εγγενής προφορικότητα των ελληνικών μουσικών παραδόσεων με την εγγραμματοσύνη που χαρακτηρίζει το σχολικό πλαίσιο – με τις δεξιότητες και ευρύτερες λογικές που καθεμιά εμπεριέχει ως προς τον τρόπο μετάδοσης αλλά και δόμησης της γνώσης – για τις ανάγκες και τους στόχους των νέων συνθηκών διδασκαλίας και μάθησης. Το άρθρο αυτό αφορά συγκεκριμένα στο βιολί, ένα όργανο με παρουσία σε πλήθος ιδιωμάτων των ελληνικών μουσικών παραδόσεων, που εμφανίζει ποικίλες τεχνικές και ρόλους σε σχέση με τη μουσική δράση. Και ενώ ο προβληματισμός της διδασκαλίας του βαρύνει εξολοκλήρου τον δάσκαλο (καθώς δε συνοδεύεται από επισήμως ορισμένο πρόγραμμα σπουδών), η δυτικοευρωπαϊκή παράδοσή του, που διδάσκεται στην Ελλάδα πολλά χρόνια, αποτελεί έναν άλλο πόλο έλξης ως προς τις διδακτικές πρακτικές. Η παρούσα μελέτη πολλαπλών περιπτώσεων διερευνά μέσα από ημιδομημένες συνεντεύξεις τις διδακτικές προσεγγίσεις τεσσάρων δασκάλων παραδοσιακού βιολιού μεγάλης αναγνωρισιμότητας και πολυετούς διδακτικής εμπειρίας (12-24 χρόνια): του Κυριάκου Γκουβέντα, του Γιάννη Ζαρία, της Κωνσταντίνας Κυριαζή και του Γιώργου Μαρινάκη. Οι συγκλίσεις και αποκλίσεις τους αναδεικνύουν αφενός έναν «κοινό τόπο», που θα μπορούσε να αποτελέσει βάση διδασκαλίας για έναν νέο δάσκαλο, και αφετέρου θέματα που χρειάζεται να οριστούν πέρα από αυτήν την κοινή βάση.

Μαρία Χαλκιαδάκη & Μίτσυ Ακογιούνογλου: Μία πιλοτική εφαρμογή του Καθολικού Σχεδιασμού για τη Μάθηση στο μάθημα της Μουσικής στο δημοτικό σχολείο (σ.σ. 31-50) 

Στην παρούσα εργασία επιχειρείται η περιγραφή και αξιολόγηση της διαδικασίας μίας πιλοτικής εφαρμογής των αρχών του Καθολικού Σχεδιασμού για τη Μάθηση (ΚΣΜ) στην Ε’ τάξη δημοτικού σχολείου στο μάθημα της Μουσικής. Τα δημοσιευμένα παραδείγματα πρακτικής εφαρμογής του ΚΣΜ στην ελληνική μουσικοπαιδαγωγική πραγματικότητα είναι πολύ περιορισμένα. Για το λόγο αυτό, επιχειρείται μία μεθοδική παρουσίαση του πώς χρησιμοποιήθηκαν και υλοποιήθηκαν οι αρχές και οι κατευθυντήριες γραμμές που προτείνει ο ΚΣΜ για την ισότιμη πρόσβαση στη μάθηση χωρίς αποκλεισμούς, σε κάθε στάδιο του σχεδιασμού και της υλοποίησης της διδασκαλίας. Αντλώντας από την διαδικασία που ακολουθήθηκε σε αυτή την πιλοτική εκπαιδευτική έρευνα, παρουσιάζονται οι στόχοι, η μεθοδολογία, το δείγμα, ο σχεδιασμός μαθημάτων, η διαδικασία εφαρμογής, τα εργαλεία συλλογής δεδομένων, η ανάλυση, καθώς και τα συμπεράσματα που προέκυψαν.

Λήδα Στάμου, Ξανθίππη Αναστασιάδου & Σταύρος Τάχος: Διερεύνηση των επιδράσεων της αλληλοδιδακτικής μεθόδου στην τάξη της μουσικής (σ.σ. 51-77) 

Στόχος της παρούσας πιλοτικής έρευνας ήταν να διερευνήσει την επίδραση της αλληλοδιδακτικής μεθόδου στην αυτοεκτίμηση των μαθητών και στη στάση τους απέναντι στο μάθημα μουσικής, στο σχολείο, και στην ίδια τη μέθοδο. Το δείγμα αποτέλεσαν 21 μαθητές Δ’ τάξης δημοτικού σχολείου μικρού αστικού κέντρου στη βόρεια Ελλάδα, που είχαν δασκάλα μουσικής μία εκ των ερευνητών. Η ερευνητική παρέμβαση περιλάμβανε την προετοιμασία και διδασκαλία τεσσάρων μαθημάτων που οργανώθηκαν με βάση τη μέθοδο της αλληλοδιδακτικής και διδάχθηκαν από ζευγάρια μαθητών προς τους συμμαθητές τους στο μάθημα της μουσικής. Η έρευνα ακολούθησε το μοντέλο της μικτής έρευνας, και τα ερευνητικά εργαλεία περιλάμβαναν τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά εργαλεία, και συγκεκριμένα το «Ερωτηματολόγιο Αυτοεκτίμησης του Lawrence» (Κόκκινος, 2002· LAWSEQ, 1981), το «Ερωτηματολόγιο Απόψεων Μαθητών», ομάδες εστίασης, ημι-δομημένες συνεντεύξεις και ημερολόγια (ερευνήτριας και μαθητών). Τα ευρήματα έδειξαν ότι η μέθοδος επηρέασε θετικά τη στάση των μαθητών απέναντι στο σχολείο και την αλληλοδιδακτική μέθοδο και λειτούργησε το ίδιο αποτελεσματικά για όλους τους μαθητές ανεξαρτήτως αν είχαν αναλάβει ρόλο δασκάλου ή μαθητευόμενου. Επιπλέον, σημειώθηκε μία μικρή αύξηση του επιπέδου αυτοεκτίμησης των μαθητών, χωρίς ωστόσο αυτή να εμφανίζεται στατιστικά σημαντική. Σημαντικά θέματα που αναδύθηκαν από την ανάλυση των δεδομένων ήταν (α) η δυσκολία των μαθητών που ανέλαβαν τον ρόλο του δασκάλου να διαχειριστούν το θέμα της αξιολόγησης των συμμαθητών τους στο πλαίσιο της αλληλοδιδακτικής, προκειμένου να μη δημιουργήσουν δυσαρέσκειες, (β) η θετικότητα που άφησε η εμπειρία της αλληλοδιδασκαλίας μέσα τους και στις μεταξύ τους σχέσεις, (γ) η επιθυμία τους για συνέχιση της αλληλοδιδακτικής σε συνδυασμό με την παραδοσιακή διδασκαλία, και (δ) το αίσθημα ευθύνης και συλλογικότητας που αναπτύχθηκε ως αποτέλεσμα της αλληλοδιδακτικής μέσα στην τάξη της μουσικής.

Σάββας Μπαλτήρας & Μαίη Κοκκίδου: Τα μουσικά σύνολα στη σχολική ζωή του Δημοτικού Σχολείου σύμφωνα με τις αντιλήψεις μαθητών και στελεχών της εκπαίδευσης (σ.σ. 78-94)

Ένας από τους πρόσφορους τρόπους για να αποκτήσουν τα παιδιά μουσικές εμπειρίες στο σχολείο είναι οι ομαδικές μουσικές δράσεις. Οι μαθητικές χορωδίες και ορχήστρες προσφέρουν στους μαθητές γνώσεις και κίνητρα για δια βίου ενασχόληση με τη μουσική, ενώ οι συναυλίες των μουσικών συνόλων αποτελούν σημαντικό μέρος της κουλτούρας ενός σχολείου. Αλλά η οργάνωση και δημιουργία μουσικών συνόλων στο πλαίσιο της διδασκαλίας του μαθήματος της μουσικής είναι ένα απαιτητικό και σύνθετο έργο με ιδιαιτερότητες και δυσκολίες αλλά και διακριτά οφέλη. Στόχο της παρούσας έρευνας αποτελεί η εμβάθυνση σε ζητήματα σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία μαθητικών μουσικών συνόλων στο Δημοτικό Σχολείο και τις επιδράσεις τους στη σχολική ζωή μέσα από τις αντιλήψεις μαθητών και στελεχών της εκπαίδευσης. Τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν είναι: ερωτηματολόγιο (μαθητές), ομαδικές ημιδομημένες συνεντεύξεις με τους μαθητές και ατομικές δομημένες συνεντεύξεις με στελέχη διοίκησης των σχολικών μονάδων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας η συμμετοχή στα μουσικά σύνολα αποτελεί μία ευχάριστη εμπειρία, προάγει τη συνεργασία, καλλιεργεί κοινωνικές δεξιότητες, προσφέρει κίνητρα, αναπτύσσει μουσικές δεξιότητες και ωφελεί τη δημόσια εικόνα του σχολείου.

Θεοχάρης Ράπτης: Μουσική αγωγή και δάσος: Από την αισθητική στην αισθητηριακή αγωγή και από την τεχνική στην τέχνη (σ.σ. 95-106)

Στην εργασία εξετάζεται η σχέση της μουσικής αγωγής με το δάσος σε έναν ιστορικό και, παράλληλα, σε ένα συστηματικό άξονα. Αρχικά γίνεται αναφορά στο συμβολικό φορτίο του δάσους και στους τρόπους που το φορτίο αυτό επηρέασε τη μουσική αγωγή κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα σε ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης και ιδιαίτερα στη Γερμανία. Η μουσική αγωγή στο δάσος και με θέμα το δάσος έγινε σταδιακά όργανο προπαγάνδας πολλών φασιστικών καθεστώτων. Ως αντίδραση στις παραπάνω τάσεις, από τα μέσα του 20ου αιώνα ακολούθησε ένας επαναπροσανατολισμός της μουσικής αγωγής προς μια κατεύθυνση συστηματικής καλλιέργειας των αντιληπτικών ικανοτήτων του παιδιού. Στο πλαίσιο αυτής της αισθητικής ως αισθητηριακής αγωγής, όπου το αντικείμενο της μουσικής αγωγής διευρύνεται για να περιλάβει και τους ήχους, το δάσος αποτελεί ένα προνομιακό χώρο δράσης, ιδιαίτερα για τις μικρές ηλικίες. Τέλος, πλησιάζοντας στην εποχή μας, το ενδιαφέρον στρέφεται στα δασικά νηπιαγωγεία και πιο συγκεκριμένα στα πορίσματα μιας έρευνας που αφήνει να διαφανεί η σημασία τους για τη μουσική αγωγή των παιδιών μέσα από την ενίσχυση κυρίως της δημιουργικότητας και της φαντασίας. Με τον τρόπο αυτό καταδεικνύεται ότι η μουσική θα πρέπει να αντιμετωπίζεται από τους παιδαγωγούς και τους φορείς μουσικής αγωγής ως τέχνη και όχι απλώς ως τεχνική.

Δήμητρα Κωτσοπούλου & Ζωή Διονυσίου: Η άτυπη μάθηση της μουσικής σε τρεις μαχαλάδες των Ρομά: Λάρισα, Φάρσαλα, Νέα Ηράκλεια Σερρών (σ.σ. 107-120)

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον σχετικά με τις άτυπες μορφές μάθησης της μουσικής, οι οποίες λαμβάνουν χώρα εκτός σχολικής τάξης και εκτός θεσμικού εκπαιδευτικού πλαισίου. Στο παρόν άρθρο εστιάζουμε στην ανάδειξη των πτυχών της άτυπης μάθησης, που ακολουθούν οι μικροί Ρομά ερχόμενοι σε επαφή με τη μουσική μέσα στον «μαχαλά», χώρο παραγωγής πολιτισμού για τους ίδιους. Συγκεκριμένα η παρούσα έρευνα προσεγγίζει την άτυπη μάθηση της μουσικής στον χώρο του μαχαλά, σε τρεις περιοχές της Ελλάδας: στη Λάρισα (Νέα Σμύρνη), στα Φάρσαλα, και στη Νέα Ηράκλεια Σερρών. Θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε την επιλογή των άτυπων διαδικασιών στη μουσική εκπαίδευση των Ρομά, την έμφυλη χροιά της ενασχόλησης με τα μουσικά όργανα, καθώς και τις προοπτικές μελλοντικής διατήρησης της μουσικής οικογενειακής τους παράδοσης. Συνεκτιμώντας πτυχές της έρευνας σχετικά με την πρακτική εκμάθηση των μουσικών οργάνων των λαϊκών οργανοπαικτών, η έρευνα αυτή επιχειρεί να συνδέσει τους Ρομά με την άτυπη μάθηση ως μουσικοπαιδαγωγική προσέγγιση.

 

Το παρόν τεύχος διανεμήθηκε ΔΩΡΕΑΝ σε όλα τα μέλη της Ε.Ε.Μ.Ε. που ήταν οικονομικά τακτοποιημένα για το 2019. Εάν ήσασταν οικονομικά τακτοποιημένο μέλος το 2019 και δεν λάβατε το τεύχος, ή εάν επιθυμείτε να το αγοράσετε (τιμή: 15 ευρώ), παρακαλούμε επικοινωνήστε με τη γραμματεία της Ε.Ε.Μ.Ε. στο email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε..